Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Τέσλα μια παράξενη εμπειρία του

Οι δυνατότητες μου είναι περιορισμένες και μερικές φορές συμβαίνει να μπερδεύομαι και παρ’ όλες μου τις προσπάθειες, να μη μπορώ να λύσω το πρόβλημα που με απασχολεί. Τότε πια γίνεται για μένα στην κυριολεξία ζήτημα ζωής και θανάτου, επειδή η εσωτερική μου ανάγκη να βρω τη λύση γίνεται σταδιακά τόσο έντονη που είμαι εντελώς ανίκανος να την καταστείλω, άσχετα με το πόσο σκληρά και επίμονα βάζω όλη μου τη δύναμη γι αυτό το σκοπό. Σιγά-σιγά εξωθούμαι στην πιο έντονη αυτοσυγκέντρωση με κίνδυνο τη θρόμβωση ή την ατροφία κάποιου τμήματος του εγκεφάλου μου.
Αντιλαμβάνομαι την μελλοντική καταδίκη που βρίσκεται μπροστά μου [1] αλλά σαν κι αυτόν που πάει άκρη-άκρη στο γκρεμό, νιώθω αδύναμος και παραιτημένος. Σ’ αυτή τη διαδικασία της αυτοσυγκέντρωσης, η πιο επίπονη προσπάθεια είναι να βγάλεις από το νου σου τις παλιές εικόνες που μετά από κάθε διανοητική βουτιά, ανεβαίνουν σαν φελλοί στην επιφάνεια και δεν μένουν με τίποτε κάτω. Όμως μετά από μέρες, εβδομάδες ή και μήνες απεγνωσμένης σκέψης, τελικά πετυχαίνω να γεμίσω το ηλίθιο κεφάλι μου με το καινούριο αντικείμενο και να διώξω όλα τα άλλα και όποτε φτάνω σε αυτό το στάδιο καταλαβαίνω ότι δεν απέχω πολύ από το στόχο μου.
Οι ιδέες μου είναι πάντα λογικές επειδή το σώμα μου είναι ένα εξαιρετικά ακριβές εργαλείο αντίληψης. Όλες οι λειτουργίες του είναι απλές αντιδράσεις σε εξαιρετικά ερεθίσματα και η σωστή ερμηνεία αυτών των εξωτερικών επιρροών οδηγεί πάντοτε στην αλήθεια. Όμως όταν τα καταφέρνω είμαι πάντα ευτυχισμένος, γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια εκμετάλλευση του εγκεφάλου ενέχει μεγάλο κίνδυνο για τη ζωή. Για να σας το εξηγήσω, θα σας περιγράψω με λεπτομέρειες μια αξιοσημείωτη περίπτωση αυτού του είδους που ίσως να ενδιαφέρει τους φοιτητές της ψυχολογίας.
Πριν χρόνια, τότε που είχα αναπτύξει τη θεωρία μου για την ασύρματη μετάδοση ενέργειας, [2] είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι με σκοπό να τη συνδέσω με τη βάση μιας ακουστικής μηχανικής, έπρεπε να διαλευκάνω τα ηλεκτρικά μυστήρια της γης. Στην αρχή η αποστολή αυτή μου φάνηκε σχεδόν υπεράνθρωπη, αλλά με την τόλμη της άγνοιας όρμηξα στο πρόβλημα και πέρασα αρκετούς μήνες με τη μεγαλύτερη δυνατή αυτοσυγκέντρωση, επιτυγχάνοντας τελικά, ακριβώς στο σημείο που ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω, μία διορατική διαύγεια.
Κατά τη διάρκεια της αργής επιστροφής μου στην κανονική κατάσταση του νου, ένιωσα μια εξαιρετικά οδυνηρή λαχτάρα για κάτι αόριστο. Την ημέρα δούλευα ως συνήθως και αυτό το αίσθημα που υπήρχε πάντα, δεν ήταν τόσο έντονο. Αλλά τη νύχτα που ξάπλωνα γινόταν τόσο έντονο  –το ας πούμε μαρτύριο μου γινόταν αβάσταχτο– ώσπου ξαφνικά μου ήρθε η ιδέα ότι η αιτία ήταν μια απέραντη λαχτάρα να δω τη μητέρα μου. Η σκέψη της με έκανε να αναπολώ το παρελθόν, ξεκινώντας από τις πρώτες εντυπώσεις της παιδικής μου ηλικίας.
Μπορούσα ανέκαθεν να τη φέρω στο νου μου σε αναρίθμητες περιστάσεις και συμπεριφορές το ίδιο ζωντανά με την πραγματικότητα, τώρα όμως ανακάλυψα με απογοήτευση ότι δεν μπορούσα να φέρω στο νου μου την εικόνα της παρά μόνο σε ένα εξαιρετικά θλιβερό σκηνικό. Ήταν μια απαίσια νύχτα και η βροχή έπεφτε καταρράχτης, σαν να είχαν ανοίξει οι ουρανοί. Το ένιωθα σε κάθε ίνα του κορμιού μου ότι κάτι τρομερό θα συνέβαινε και το φόβο μου δυνάμωνε το γεγονός ότι  το σπίτι μας ήταν απόμερο – ο πιο κοντινός μας γείτονας ήταν μια εκκλησία και ένα κοιμητήριο στους πρόποδες του βουνού που έβραζε από λύκους. Το παλιομοδίτικο ρολόι χτυπούσε μεσάνυχτα όταν η μητέρα μου μπήκε στο δωμάτιό μου, με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε τόσο σιγά που μόλις την άκουσα: «Έλα να φιλήσεις τον Ντάνιελ».
Ο μονάκριβος μου αδερφός, ένας γίγαντας του πνεύματος, είχε πεθάνει στα δεκαοχτώ του. Ακούμπησα το στόμα μου στα παγωμένα του χείλη ξέροντας ότι τα χειρότερα είχαν περάσει. Η μητέρα μου με έβαλε ξανά στο κρεβάτι, με σκέπασε και με τα δάκρυά της να τρέχουν ποτάμι, κοντοστάθηκε και είπε: «Μεσάνυχτα μου έδωσε ο θεός το ένα παιδί και μεσάνυχτα μου πήρε το άλλο». Αυτή η ανάμνηση ήταν σαν μια όαση καταμεσής της ερήμου, που διατηρούνταν ζωντανή εν τω μέσω της λήθης από κάποιο παράξενο καπρίτσιο του μυαλού.

Οι αναμνήσεις μου ήρθαν σιγά-σιγά και μετά από πολλές εβδομάδες σκέψης μπόρεσα να φέρω στο νου μου το μακρινό παρελθόν τόσο καθαρά που έμεινα έκπληκτος. Ξεσκεπάζοντας όλο και περισσότερα, από τα πρώτα μου χρόνια κατέληξα να αναπολώ τα αμερικάνικά βιώματά μου. Εν τω μεταξύ η λαχτάρα να δω τη μητέρα μου γινόταν μέρα με τη μέρα πιο έντονη και με οδηγούσε στην απελπισία. Κάθε νύχτα μούσκευα με δάκρυα το μαξιλάρι μου και αδυνατώντας να το αντέξω πια, αποφάσισα να παρατήσω τη δουλεία μου και να πάω σπίτι.
Και ως φαίνεται αυτό έκανα και μετά από μια αλυσίδα γεγονότων βρέθηκα στη Γαλλία, στο Παρίσι, όπου είχα καταφύγει από το Λονδίνο για να γλιτώσω από το ντόρο που είχε ξεσηκωθεί γύρω από το όνομά μου στην Αγγλία. Είχα να διορθώσω το τελικό δοκίμιο μιας από τις διαλέξεις μου πριν φύγω και ενώ ήμουν απασχολημένος με αυτήν την εξοντωτική δουλειά ένας αγγελιοφόρος μου παρέδωσε ένα τηλεγράφημα από το θείο μου, έναν υψηλά ιστάμενο της εκκλησίας, που έγραφε: «Η μητέρα σου πεθαίνει, βιάσου αν θέλεις να την προλάβεις ζωντανή» (εικ. 2)
Δεν έχασα καιρό και πήρα αμέσως το τρένο που μου είχε κλείσει επάνω στη βιάση του ο θείος μου. Μετά από ένα ατέλειωτο ταξίδι μέρα και νύχτα, πάνω σε βουνά με επικίνδυνη ταχύτητα και ανταποκρίσεις, έφθασα τελικά καταταλαιπωρημένος και εξαντλημένος στο πλευρό της μητέρας μου. Ήταν στα τελευταία της, αλλά η χαρά της που με είδε έκανε το θαύμα της προσωρινής βελτίωσης. Δεν έφυγα στιγμή από το πλευρό της, ώσπου και η δική μου κατάσταση έφτασε στο σημείο που με πήγαν σε ένα άλλο σπίτι στην γειτονιά για να ξεκουραστώ λιγάκι.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι συλλογιζόμουν τι θα συνέβαινε αν πέθαινε η μητέρα μου; Θα υπήρχε κάποια διαταραχή στον αιθέρα; Και αν συνέβαινε, θα την διέκρινα; Εκείνη την ώρα οι αισθήσεις μου ήταν οξυμένες σε απίστευτο βαθμό. Μπορούσα να ακούσω το χτύπο ενός ρολογιού σε απόσταση πενήντα ποδιών. Μια μύγα που προσγειώθηκε σε ένα τραπέζι στο κέντρο του δωματίου έκανε στα αυτιά μου ένα γδούπο σαν πασσαλομπήχτης και μπορούσα να ακούσω καθαρά το σούρσιμο που έκαναν τα πόδια της καθώς πηγαινοερχόταν επάνω στο τραπέζι.
Ήμουν ένας εκπαιδευμένος επιστημονικός παρατηρητής εξειδικευμένος στο να καταγράφω απερίσπαστα ό,τι υπέπιπτε στην αντίληψή μου. Η μητέρα μου ήταν μια γυναίκα με ιδιαίτερη ευφυΐα και σπάνιο κουράγιο που αντιμετώπιζε τη μοίρα της με απόλυτη αυτοκυριαρχία και σπάνιο κουράγιο και ήμουν σίγουρος ότι θα με σκεφτόταν ως την τελευταία της ανάσα. Εφόσον ο θάνατος της προκαλούσε κάποια διαταραχή στο διάμεσο, επικρατούσαν οι τελειότερες συνθήκες κατάσταση για τον εντοπισμό της από απόσταση.
Έχοντας υπ’ όψιν την τεράστια επιστημονική σπουδαιότητα μιας τέτοιας ανακάλυψης, πάλεψα απελπισμένα να μη με πάρει ο ύπνος και με τις αισθήσεις μου οξυμένες από το σκοτάδι και τη σιγαλιά της νύχτας, παρατηρούσα με μεγάλη προσοχή. Πέρασαν πέντε έξη ώρες που έμοιαζαν με αιωνιότητα και δεν υπήρξε κανένα σημάδι. Μετά η φύση πήρε το επάνω χέρι και αποκοιμήθηκα ή μάλλον λιποθύμησα. Όταν ανέκτησα τις αισθήσεις μου ένα απερίγραπτα γλυκό τραγούδι πλημμύρισε τα αυτιά μου και είδα να αιωρείται εμπρός μου ένα άσπρο σύννεφο που στο κέντρο του ήταν πλαγιασμένη η μητέρα μου και με κοίταζε με μάτια γεμάτα αγάπη. Το χαμογελαστό της πρόσωπο φωτιζόταν από μια παράξενη ακτινοβολία που δεν έμοιαζε με συνηθισμένο φως και γύρω της ήταν μαζεμένες μορφές σαν σεραφείμ.
Κοίταζα μαγεμένος το φάντασμα που διέσχισε αργά-αργά το δωμάτιο και χάθηκε από τα μάτια μου. Εκείνη τη στιγμή με κατέκλυσε ένα αίσθημα απόλυτης βεβαιότητας ότι μόλις πέθανε η μητέρα μου και για του λόγου το αληθές μια υπηρέτρια μπήκε μέσα τρεχάτη και κλαίγοντας μου ανακοίνωσε το κακό μαντάτο. Η συνειδητοποίηση του μου προκάλεσε τρομερό σοκ και ολόκληρο το κορμί μου άρχισε να τρέμει λες και το χτύπησε σεισμός και ξαφνικά κατάλαβα ότι βρισκόμουν … στο κρεβάτι μου στη Νέα Υόρκη και έτρεμα σύγκορμος.
Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα ότι η μητέρα μου είχε πεθάνει πριν χρόνια αλλά το είχα ξεχάσει! «Πώς γινόταν να έχει σβηστεί από τον εγκέφαλό μου η πιο αγαπημένη μου ανάμνηση;» αναρωτήθηκα έντρομος και με πλημμύρισε πίκρα, πόνος και ντροπή. Αυτά που υπέφερα ήταν αληθινά παρότι τα γεγονότα που περιέγραψα δεν ήταν τίποτε παραπάνω από φανταστικά απαυγάσματα παλιότερων συμβάντων. Αυτό που ένιωσα δεν ήταν ξύπνημα από ένα όνειρο, αλλά η αποκατάσταση ενός συγκεκριμένου τμήματος του συνειδητού μου…
Την εποχή που έλαβε χώρα το σχετικό γεγονός, ήμουν σε κατάσταση υστερίας εξ αιτίας της απόγνωσης για το θάνατο της μητέρας μου και έτεινα να πιστέψω ότι όντως υπήρξε μια υλοποίηση, ένα μεταθανάτιο μήνυμα από τη μητέρα μου, σύντομα όμως το έδιωξα από το νου μου σαν σκέτη ανοησία. Αποδεικνύω διαρκώς με κάθε σκέψη και πράξη μου ότι είμαι μια αυτόματη μηχανή που ανταποκρίνεται στα εξωτερικά ερεθίσματα που μαστιγώνουν τα αισθητικά μου όργανα, μια μηχανή ικανή για ανάπτυξη που βιώνει άπειρες διαφορετικές υπάρξεις από την κούνια ως τον τάφο.
Η εξήγηση των διανοητικών καταστάσεων και φαινομένων που έχω περιγράψει τελικά είναι πολύ απλή. Μέσω της μακρόχρονης συγκέντρωσης σε ένα ιδιαίτερο αντικείμενο ορισμένες ίνες στον εγκέφαλό μου, από έλλειψη αιμάτωσης και άσκησης είχαν μουδιάσει και δεν μπορούσαν πια να αντιδράσουν κανονικά στις εξωτερικές επιδράσεις. Με την αλλαγή κατεύθυνσης της σκέψης μου, σταδιακά αναζωογονήθηκαν και επανήλθαν στην κανονική τους κατάσταση. Η έντονη επιθυμία μου να δω τη μητέρα μου οφειλόταν στο ότι ξαναβρήκε ένα υφαντό της που μου το χάρισε τη μέρα που έφυγα από το σπίτι πριν πολλά χρόνια, πράγμα που ξύπνησε μέσα μου τρυφερές αναμνήσεις λίγο πριν αρχίσω να συγκεντρώνομαι.
Άκουσα το τραγούδι επειδή η μητέρα μου είχε πεθάνει το πρωινό του Πάσχα την ώρα της πρωινής λειτουργίας και η χορωδία έψαλλε στην εκκλησία που ήταν εκεί κοντά. Αλλά είχα μεγάλη δυσκολία να εντοπίσω την εξωτερική εντύπωση που προκάλεσε αυτήν καθ’ αυτήν την υλοποίηση, ώσπου θυμήθηκα ότι σε μία επάνοδό μου στην Ευρώπη πέρασα από το Μόναχο της Βαυαρίας και είδα εκεί μεταξύ άλλων και έναν πίνακα του Άρνολντ Μπαίκλιν του διάσημου Γερμανού ζωγράφου που αναπαριστά μία από τις εποχές και παρίστανε μια ομάδα αλληγορικών μορφών επάνω σε ένα σύννεφο. Ο ζωγράφος ήταν τόσο αξιοθαύμαστα επιδέξιος σε αυτήν του τη δημιουργία που οι μορφές επάνω στο σύννεφο φαινόταν πραγματικά να αιωρούνται στον αέρα με κάποιο αόρατο τρόπο. Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση και εξηγεί το φαινόμενο.
Πολλοί από εκείνους που πιστεύουν πραγματικά στα υπερφυσικά φαινόμενα μάλλον θα υποστηρίξουν ότι έλαβα μήνυμα από τη μητέρα μου αλλά εγώ, όντας σκληροπυρηνικός υλιστής, είμαι προκατειλημμένος και ανίκανος για υψηλότερες αντιλήψεις. Μπορεί να έχουν δίκιο αυτοί, αλλά εγώ θα εμμείνω στην μηχανιστική αντίληψη της ζωής μέχρι της αποδείξεως του αντιθέτου.
Το πρακτικό δίδαγμα που έχω εξάγει από αυτό και άλλα παρόμοια επικίνδυνα βιώματα είναι να έχετε το νου σας με την αυτοσυγκέντρωση και να αρκείστε στα μέτρια κατορθώματα.
* Αδημοσίευτο χειρόγραφο από το αρχείο του Μουσείου Νίκολα Τέσλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

To μπλόκ " Ελληνικές Φωνές" είναι υπεύθυνο μόνο για τα δικά του σχόλια κι όχι για αυτά των αναγνωστών του...Eπίσης δεν υιοθετεί απόψεις από καταγγελίες και σχόλια αναγνωστών καθώς και άρθρα που το περιεχόμενο τους προέρχετε από άλλες σελίδες και αναδημοσιεύονται στον παρόντα ιστότοπο και ως εκ τούτου δεν φέρει οποιασδήποτε φύσεως ευθύνη.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...